Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Εκατό χρόνια από τη γέννηση του Νίκου Γκάτσου

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΚΚΙΝΑΚΟΥ

"Νικημένο μου ξεφτέρι
δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι
πάντα ο κόσμος προχωρεί"
(Από το τραγούδι του Κεμάλ)


Εκατό χρόνια από τη γέννησή του, λοιπόν, αλλά μας φαίνεται σα να βρισκόμαστε 100 χρόνια από τον θάνατό του, ο οποίος συνέβη πριν μόλις μερικά χρόνια.
Είναι τόσες και τέτοιες οι αλλαγές, ραγδαίες και σαρωτικές που πρόσωπα σαν τον Γκάτσο φαντάζουν ότι ανήκουν σε μακρινούς, αλλοτινούς καιρούς. Το Κοσμοείδωλο των ανθρώπων άλλαξε, οι ιδέες αντικαταστάθηκαν με αναλώσιμα και αντικείμενα και η ανταλλαγή ιδεών αντικαταστάθηκε με ανταλλαγή αντικειμένων. Οι ηθικές αξίες και οι ιδέες έδωσαν τη θέση τους στα καταναλωτικά αγαθά. Η σκέψη, η βραδύτητα, ο στοχασμός και ο αναστοχασμός έδωσαν τη θέση τους, στην ταχύτητα, στον έχειν, στο φαίνεσθαι.
Ο τρόπος και η αισθητική του Γκάτσου φαντάζουν σήμερα σαν παλιομοδίτικα.
Οι άνθρωποι «κατοικούν» στο εγώ, φενακίζοντας τη συνείδησή τους, αλλοτριωμένοι απ' τις σειρήνες του καπιταλισμού, ο οποίος υμνώντας την ατομικότητα με έναν τρόπο κίβδηλο και επιφανειακό μεταμόρφωσε ακριβώς τους ανθρώπους όλους ίδιους, με μία άνευ προηγουμένου μαζική κοινωνική κλωνοποίηση. Ολοι μοιάζουν πληκτικά πλέον, χάνοντας ακριβώς την ατομικότητά της, τη μοναδικότητά τους. Στο όνομα δήθεν της επιθυμίας, το σύστημα ικανοποιώντας το «εδώ και τώρα» σε ένα ηδονοθηρικό πλαίσιο, σκότωσε στ' αλήθεια την επιθυμία, υποκαθιστώντας τη με ό,τι το Μάρκετινγκ και η διαφήμιση ορίζει ως επιθυμία.
Ο Γκάτσος «τρύπησε» τον χρόνο, τα γεγονότα, την ύλη με το «διαβολικό» πνεύμα του κομίζοντας ανατρεπτικά σχήματα, ιδέες, συμπεριφορές.
Μακριά από τη δημοσιότητα, τις δημόσιες σχέσεις, την πολυλογία, την επιτήδευση μακριά από τις απαιτήσεις της αγοράς, του φακού και τής κοσμικότητας, συγκρότησε ένα ορόσημο ευλογημένο και δυσεύρετο στις μέρες μας, αποτελεί πλέον εμβληματικό πρόσωπο για την Ελλάδα, το πνεύμα της, τον πολιτισμό της.
Ποιητής του ενός ποιήματος (η Αμοργός, το μοναδικό του ποίημα εκδόθηκε μέσα στη γερμανική κατοχή, το 1943), δεν χρειάστηκε να πει σχεδόν τίποτε άλλο. Με ένα ποίημα, βρήκε και μας παρέδωσε το λεπτό νήμα που συνδέει, τον Ηράκλειτο, τον Κολοκοτρώνη και τον Α. Μπρετόν.
«Με την πατρίδα τους δεμένη στα πανιά και τα κουπιά στον άνεμο κρεμασμένα.
Οι ναυαγοί κοιμήθηκαν ήμεροι σαν αγρίμια νεκρά μέσα στων σφουγγαριών τα σεντόνια...».

Ετσι αρχίζει η «Αμοργός» και τελειώνει:
«Χρόνια και χρόνια πάλεψα με το μελάνι και το σφυρί βασανισμένη καρδιά μου.
Με το χρυσάφι και τη φωτιά για να σου κάνω ένα κέντημα.

Μαύρη μεγάλη μοναξιά με πόσα βότσαλα τριγύρω στον λαιμό.
Τόσα χρωματιστά πετράδια στα μαλλιά σου».

Τι άλλο χρειάζεται άραγε να πει κανείς για την Ελλάδα του 2011; Ετσι συμπυκνώνει, μετουσιώνει και προβάλλει στο μέλλον η μεγάλη ποίηση.
Τι πάει να πει ο τίτλος «Αμοργός»; Αρκαδία κάτι άλλο ή είναι ένα χιούμορ εις βάρος του αναγνώστη που αιωνίως θα ρωτά; Ο Ν. Γκάτσος, σιωπηλός, αινιγματικός, λιγομίλητος και στοχαστικός πήρε το μυστικό μαζί του.
Νεαρός όταν ανέβηκε στην Αθήνα απ' την Ασέα της Αρκαδίας, 18 χρονών ήταν δεν ήταν και παρόλο το νεαρό της ηλικίας του, ήλθε έτοιμος. Φορτωμένος με τις αποσκευές της δημώδους ποίησης, της αρχαιοελληνικής γραμματείας, αλλά και γνώστης του πρωτοεμφανιζόμενου τότε υπερρεαλιστικού κινήματος. Πώς συνέβη αυτό; Μία ακόμα μεταφυσικότητα μέσα στον «ρουν της μυστηριώδους ζωής του».
"Εβαλε ο Θεός σημάδι, παλληκάρι στα Σφακιά και ο πατέρας του στον Αδη, άκουσε μία ντουφεκιά", τραγούδησε η συγκλονιστική φωνή του Ξυλούρη. Ολοι πιστεύουμε ότι οι στίχοι ανήκουν στην παράδοση, έρχονται από παλιά. Κι όμως είναι στίχοι του Ν. Γκάτσου. Αυτός ήταν ο Ν. Γκάτσος, πάνω απ' τον χρόνο. Πάνω απ' την ύλη, πάνω από τη φθορά, με ένα ανθρώπινο μερτικό στη μνήμη και την αθανασία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου